Καθώς έχουν στενή σχέση με τα ζώα της ερήμου, οι γάτες αρέσκονται στο να εκτίθενται στον ήλιο και στη ζέστη και συχνά κοιμούνται σε ηλιόλουστες περιοχές στη διάρκεια της ημέρας. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους, η έκθεση των γατών στην ηλιακή ακτινοβολία είναι υποφερτή μέχρι τους 52 βαθμούς Κελσίου περίπου.
Γενικότερα, οι γάτες μπορούν εύκολα να αντέξουν στο κρύο και στη ζέστη, όταν το κρύο δεν έχει μεγάλη διάρκεια. Παρά το γεγονός ότι ορισμένες ράτσες, όπως η νορβηγική (Norwegian Forest Cat) και η γάτα του Μέιν (Maine Coon), έχουν ανθεκτικότερες γούνες από άλλες γάτες, δεν μπορούν να αντέξουν τα χιόνια, τις βροχές και την ομίχλη. Όταν βραχούν, οι γάτες αυτές αγωνίζονται να διατηρήσουν τη θερμοκρασία του σώματός τους στους 39 βαθμούς Κελσίου. Οι περισσότερες γάτες αντιπαθούν να βουτούν στο νερό. Εξαίρεση αποτελεί η τουρκική γάτα του Βαν, στην οποία παραδόξως αρέσει το νερό.[28] Οι γάτες της Αβησσυνίας και της Βεγγάλης έχουν περισσότερη αντοχή στο νερό από τις άλλες γάτες.
Γενετικά χαρακτηριστικά
Oι γάτες με μπλε μάτια και λευκή γούνα φημίζονται για την κώφωσή τους σε μεγάλο βαθμό.Έρευνα που δημοσιεύτηκε το 2007 στην επιθεώρηση Science διατείνεται ότι όλες οι κατοικίδιες γάτες προέρχονται από μία ομάδα αγριόγατων της ερήμου (Felis silvestris lybica ) , που εξημερώθηκαν από μόνες τους, πριν από 10.000 χρόνια, στην Εγγύς Ανατολή.[9]
Η εξημερωμένη γάτα και ο άγριος πρόγονός της είναι διπλοειδείς οργανισμοί και έχουν τριάντα οχτώ χρωμοσώματα,[29] μέσα στα οποία έχουν αναγνωριστεί περισσότερες από διακόσιες κληρονομικές γενετικές ανωμαλίες, πολλές από τις οποίες είναι ανάλογες με τις αντίστοιχες ανθρώπινες. Έχουν βρεθεί συγκεκριμένες ανωμαλίες στο μεταβολισμό που σχετίζονται με ασθένειες. Υπάρχουν πολλά γονίδια που είναι υπεύθυνα για το χρώμα των τριχών, και ο συνδυασμός τους δίνει διαφορετικούς φαινότυπους.
Χαρακτηριστικά όπως το μήκος των τριχών, η απουσία ουράς ή η παρουσία πολύ μικρής ουράς καθορίζονται επίσης από τα γονίδια.
Όλα τα αιλουροειδή, μεταξύ των οποίων και οι τίγρεις, έχουν μια γενετική ανωμαλία που τα εμποδίζει να γευτούν το γλυκό.[21] Αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι γάτες δείχνουν από αδιαφορία μέχρι δυσφορία για τα φρούτα και τα φαγητά με ζάχαρη.
Το Φεβρουάριο του 2002 Αμερικανοί επιστήμονες παρουσίασαν την πρώτη κλωνοποιημένη γάτα[30], που έλαβε την ονομασία CC ("Κόπικατ").
Τροφή
Μια γάτα ενώ τρώει ένα ποντίκι.H φυσιολογία τους δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό το ότι οι γάτες είναι σαρκοφάγα ζώα, καθώς έχουν όργανα για το τεμαχισμό της σάρκας της λείας τους και δεν διαθέτουν όργανα για την πέψη φυτικών τροφών. Συγκεκριμένα, οι γάτες δεν παράγουν ένα οργανικό οξύ, την ταυρίνη, στο σώμα τους και, καθώς αυτή είναι απαραίτητη (η έλλειψή της μπορεί να επιφέρει μόνιμη τύφλωση), την προσλαμβάνουν με το να τρέφονται με σάρκες ζώων, όπου περιέχεται. Το γαστρεντερικό σύστημα της γάτας, όπως και τα δόντια της, είναι επίσης προσαρμοσμένο στο να τρέφεται με ζωική ύλη.[31]. Παρά τη φυσιολογία αυτή, είναι πολύ συχνά οι γάτες συμπληρώνουν την τροφή τους με χόρτα, φύλλα και φυτικές τροφές. Σύμφωνα με μια θεωρία, με τον τρόπο αυτόν προσθέτουν στη διατροφή τους φυτικές ίνες και κατά μία άλλη η συμπεριφορά αυτή αποδίδεται στην ανάγκη να χωνεύονται καλά οι ζωικές τροφές. Οι γάτες τρέφονται μερικές φορές και με φυτά που βρίσκονται σε σπίτια και χρειάζεται προσοχή, επειδή μπορεί να τους προκαλέσουν βλάβες στα νεφρά ή και δηλητηριάσεις.[32]
Στο εμπόριο διατίθενται αρκετές τροφές για χορτοφάγους, οι οποίες είναι εμπλουτισμένες με ταυρίνη και άλλα συστατικά. Οι γάτες μπορεί να είναι επιλεκτικές στην τροφή τους και αυτό μπορεί πιθανότατα να οφείλεται στη μεταλλαγή που ευθύνεται για την απώλεια της γεύσης του γλυκού σε αυτές. Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα θηλαστικά, οι γάτες μπορεί να αφήσουν τον εαυτό τους να πεινά αόριστα με τη θέλησή τους παρά την παρουσία εύγευστης τροφής, ακόμα και για τροφές που είχαν οι ίδιες καταναλώσει πρωτύτερα.
[Επεξεργασία] Επιλεγμένες ράτσες
Διάφορες φυλές γάτας.Υπάρχουν πολλές (γύρω στις 30-40) αναγνωρισμένες φυλές γάτας σε όλο τον κόσμο, δασύμαλλες και κοντόμαλλες, όπως επίσης και φυλές με σχεδόν καθόλου ή και καθόλου τρίχωμα. Πολλές από αυτές προήλθαν έπειτα από διασταυρώσεις μεταξύ φυλών. Η μοναδική ίσως ράτσα που είναι ιθαγενής στην Ελλάδα είναι η Γάτα του Αιγαίου.[33] Στην Ευρώπη, γνωστά είδη γάτας είναι η βρετανική κοντόμαλλη (British Shorthair), η οποία αποτελεί την αρχαιότερη φυλή γάτας στην Αγγλία[34] και η ευρωπαϊκή κοντόμαλλη, με καταγωγή από τη Σουηδία.[35]
Στην ασιατική ήπειρο, απαντώνται πολλά είδη, με γνωστότερα την Περσική γάτα, δασύμαλλη (που εισήχθη από την Περσία στην Ιταλία το 1620)[36], τη Σιβηρική γάτα (η οποία εισήχθη για πρώτη φορά το 1990[37]), τη Γάτα Αγκύρας, φυλή στην οποία συχνά εμφανίζεται ετεροχρωμία (το ένα μάτι να έχει διαφορετικό χρώμα από το άλλο), που τελεί υπό την προστασία της τουρκικής κυβέρνησης[38], τη Γάτα του Σιάμ, για την οποία υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες από το 18ο αιώνα περίπου[39] και η οποία μεταφέρθηκε από το Σιάμ στη Βρετανία το 1884[40], τη Βιρμανική γάτα[41] και τη γάτα του Μπαλί[42].
Ράτσες που προέρχονται από την Αφρική είναι η γάτα Αβησσυνίας και η σομαλική γάτα [43]. Η αιγυπτιακή γάτα Μάου (Egyptian Mau) αποτελεί τη μοναδική φυλή με κυκλικά στίγματα (βούλες)[44] , η οποία δεν προέρχεται από διασταύρωση. Είναι άγνωστη η προέλευσή της. Συχνά θεωρείται ότι κατάγεται από τις αφρικανικές αγριόγατες[45] και απόγονος αυτών των γατών που απεικονίζονται σε τοιχογραφίες της αρχαίας Αιγύπτου. Η σύγχρονη Μάου θεωρείται ότι έχει ιταλική προέλευση (από το 1953). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι μια γάτα Αβησσυνίας με το όνομα "Κανέλα" (Cinnamon), ήταν η πρώτη γάτα της οποίας αποκρυπτογραφήθηκε εξ ολοκλήρου το γενετικό της γονιδίωμα.[46]
Στην αμερικανική ήπειρο απαντώνται επίσης πολλές φυλές γάτας, όπως η αμερικανική δασύμαλλη και η αμερικανική κοντόμαλλη. Η τελευταία πιστεύεται ότι προήλθε από αγγλικές φυλές, προγόνους της σημερινής βρετανικής κοντόμαλλης , οι οποίες μεταφέρθηκαν από Βρετανούς που ήρθαν στη Βόρεια Αμερική.[47] Εξάλλου, στη Νότια Αμερική συναντάται η κοντόμαλλη της Βραζιλίας (Brazilian shorthair).
Μερικές από τις ασυνήθιστες φυλές είναι η Γάτα της Νήσου Μαν, πολλά είδη της οποίας δεν έχουν ουρά[48], η ιαπωνική με την κοντή ουρά (Japanese bobtail)[49], της οποίας η ουρά μοιάζει με εκείνη του κουνελιού, η Αμερικανική σγουρή (American Curl) με ασυνήθιστα αυτιά[50], η αμερικανική πολυδάκτυλη (American Polydactyl, πιο γνωστή ως Hemingway Cat ή Mitten Cat)[51] και η Καναδέζικη άτριχη, (Sphynx ή Canadian Hairless), η οποία δεν έχει καθόλου γούνα[52].
Στην Ωκεανία η γνωστότερη ίσως φυλή είναι η αυστραλιανή (Australian mist), που εκτρέφεται στην Αυστραλία από το 1976. [53]
